Απο την

Τονίνο μου.

Παιδί και εσύ του Ιουνίου. Όπως και εγώ.

Παιδί του Ήλιου. Γιος του Αιγαίου.

Φορούσες το καλοκαίρι. Ήσουν ολόκληρος ένα καλοκαίρι.

Ζωγράφιζες με τα χέρια. Με τα γράμματα. Με τα χρώματα. Με τις λέξεις.

Και έχω μείνει με τους πίνακες που μου χάρισες. Με τα λόγια που μου χάρισες. Με τα χρόνια που μου χάρισες.

Σε ένα σπίτι άδειο απόψε. Ακούω τους μουσικές μας και διαβάζω τα γραπτά σου.

Εσύ ο αγαπημένος. Ο αγαπημένος της μαμάς. Και την ξέρεις τη Γενοβέφα, πως όταν δίνει την καρδιά της είναι για πάντα.

Ο αγαπημένος του μπαμπά. Ο αγαπημένος του Στέλιου. Του Γιώργου σου. Του Αλέξανδρού σου. Του Λάκη. Της γιαγιάς, του παππού. Όλων. Και μας χώραγες όλους.

Και εγώ η πριγκιπέσσα σου. Όπως έλεγες.

Για ποιο ταξίδι κίνησες να πας; Πάντα άπιαστος.

Με πήγες μέχρι τη Ν. Υόρκη να είσαι κοντά μου, να εγκατασταθώ για το μεταπτυχιακό μου… Και μου χάρισες αυτό.. Στην κουζίνα, καπνίζοντας. Σ’αγαπάω.

Σήμερα θα είχαμε γενέθλια θείε Αντώνη. Σήμερα έχουμε γενέθλια.

Και έχουμε γιορτή. Όπως θα ήθελες.

Επαναλαμβάνω τη φωνή σου. Από μέσα μου. Μην τυχόν και ξεχάσω το σι και το ντο σου.

Σπάνιος και ακριβός. Ατελείωτος. Όλος Τέχνη. Και ξέρω πως ακούς και παίζεις φυσαρμόνικα παρέα με βιβλία σκόρπια παντού. Με χαρτιά και άγρια βότσαλα.

Και πηλό.

Να τον σχηματίζεις εσύ και εγώ να έρχομαι, να ρουφήξω μια τζούρα από εσένα. Με αγκάλιαζε το τεράστιο εκτόπισμά σου. Ο γίγαντας της γνώσης μου.

Πριγκιπέσσα, σπουδαίο πράγμα ο έρωτας. Είσαι φτιαγμένη για αυτό, μου έλεγες. Για να σε ερωτευτούν και να ερωτευτείς. Έρωτας για έναν άνθρωπο. Για μια ιδέα. Για μια πατρίδα. Αυτό είσαι πριγκιπέσσα. Ένας έρωτας. Κάτσε λίγο να μετρήσω το πρόσωπό σου. Να σε χωρέσω σε ένα χαρτί…

Έλα εδώ να τα πούμε λίγο, Τονίνο. Λείπεις χρόνια και έχουν γίνει πολλά. Έχω τόσα νέα να σου πω. Και θέλω την καθάρια σου ματιά σε όλα όσα γίνονται και με ξεπερνούν. Έλα και ας είναι για λίγο…

Μου έφερες αυτό τον πίνακα στα γενεθλιά μου. Μου έδωσες τον κόσμο όλο. Τι άλλο να μου δώσεις;

Μου έγραψες. Το διαβάζω ξανά και ξανά. Κοίτα πόσο μικραίνω…

«Άκουσες τι σου λένε

πως τάχα η βιασύνη σου,
έτσι αστόχαστα που πας,
σε γκρεμούς σε στέλνει.

Εσύ όμως να τρέχεις,
να τρέχεις και τους γκρεμούς
μη τους φοβάσαι.

Γιατί έχεις τα φτερά του έρωτα
έχεις τους ήλιους
τους λαμπερούς της νιότης.

Μα κι αν του γκρεμού το βάθος δοκιμάσεις,
Πεστους
Πως οποίος δεν γεύθηκε
Στα χείλη του το πικρό δάκρυ
Αποθαμένος είναι
Εξ´αρχής

Τονίνο
Κεθρισσος- 28Μάη 2005

Στο Ευτυχάκι»

Κανείς δεν με διάβασε όπως εσύ.

ΥΓ. Στο τελευταίο μας τηλέφωνο σου είπα ότι έχουμε γεμιστά αύριο, τα αγαπημένα και των δυο μας, και μου έδωσες ραντεβού για το επόμενο μεσημέρι. Δεν ήρθες.

Πες μου πότε θες να πάμε στον Εμπουριό στη Χίο, στους Δελφούς που τόσο αγαπούσες, στην Αμυγδαλή. Μια βόλτα στο Αιγαίο. Παρέα Αντώνη Κουκουτιανέ. Μην με στήσεις και σε αυτό το ραντεβού. Είναι αστείο κακόγουστο να μιλάω μόνο με τα γραπτά σου. Θέλω να μοιραστούμε μια βανίλια υποβρύχιο ξυπόλητοι. 

Το σ’αγαπώ μου πρέπει να φτάνει στον γαλαξία που βρίσκεσαι τώρα.

Σ’ αγαπάω με χρώμα μπλε, Τονίνο μου.

 

Η πριγκιπέσσα σου

Ε

Related Posts