Απο την

Τα «χρυσά» ελληνικά μας καλοκαίρια…

Ήμασταν τυχεροί.

Πολύ τυχεροί.

Γιατί όλοι είχαμε ένα χωριό. Και σκέφτομαι πως ζούνε οι άνθρωποι σήμερα χωρίς να έχουν ένα χωριό, χωρίς ένα νησί, χωρίς έναν τόπο δικό τους καταδικό τους, κάπου που να ανήκει η καρδιά και το σώμα…

Τα καλοκαίρια μας ήταν τόσο αλλιώς. Τόσο διαφορετικά από τα παιδιά του millenial.

Χωρίς παιδότοπους, χωρίς all-inclusive ξενοδοχεία με ειδικές δραστηριότητες για τα παιδιά, χωρίς προστατευτικά για τις σκάλες, για τις πρίζες, για το καθετί.

Τώρα που θέλουμε να προστατευτούμε απ’ όλα και απ’ όλους, αφού όλα και όλοι είναι ένας πιθανός κίνδυνος, ο επόμενος μας εχθρός… 

Εκεί στη μακρινή δεκαετία του ’80 που δεν υπήρχε καμία φρενίτιδα για πράγματα απλά.

Δεν έπαθα τίποτα. Δεν πάθαμε τίποτα.

Είχε ο καθένας μας μια «Αμυγδαλή».

 

amygdali

 

Ήμασταν πάντα οι βασικοί αλλά όλο κάποιος άλλος θα ερχόταν.

Το μοίρασμα ήταν το μόνο που γνωρίζαμε.

Πίναμε ο ένας από την ΕΨΑ του άλλου, μεγάλωσε ο ένας με τα ρούχα του άλλου (εγώ με περισσότερα ανδρικά), χρησιμοποίησε ο ένας την κούνια του μεγαλύτερου, το καρότσι, το ποδήλατο, τα πάντα του άλλου. Όλα πήγαιναν από χέρι σε χέρι… Και όλα ήταν μεγαλύτερα, «με προοπτική» για να σου κάνουν και του χρόνου…

Στη γιαγιά κοιμόμασταν όλοι μαζί σε μη ανατομικά στρώματα, ενίοτε και στρωματσάδα, αλλά δεν πιανόμασταν ποτέ. Κανείς δεν είχε το δικό του κρεβάτι, εμείς τα παιδιά, αδέλφια- ξαδέλφια ξαπλώναμε με τα λευκά μας τιραντέ φανελάκια Μινέρβα, όπου βρίσκαμε κενό χώρο και όλο και κάποιος ερχόταν να μας σκεπάσει με σεντόνι και κουβέρτα πικέ Πειραϊκής-Πατραϊκής (Σημ. Αυτά τα υπέροχα σεντόνια που όμοια ποιότητα δεν ξαναβρήκα ποτέ. Αθάνατα. Και τα παίρνω πάντα μαζί μου, όπου και αν μετακομίσω).

Θυμάμαι τα καλοκαίρια μου τόσο έντονα. Αν δεν έχεις περάσει καλοκαίρι στην Ελλάδα, δεν έχεις βιώσει καλοκαίρι. Θυμάμαι την ζέστη στο χωριό, να καίνε τα τσιμέντα στο δάπεδο, να καίει ο τόπος. Δεν υπήρχαν κλιματιστικά, δεν υπήρχαν ανεμιστήρες. Μόνο το ντιβάνι στην βεράντα ανακούφιζε, εκεί όπου σε έπιανε μία υποψία αέρα, ο ξακουστός Λίβας. 

Mykonos-church

Ξωκλήσι στις Κυκλάδες

Τα μεσημέρια υπήρχε ρητή εντολή: Έπρεπε να κοιμηθούμε γιατί περνούσε ο «μεσημεράς».

Μην ρωτήσεις ποιος είναι αυτός; Παραμένει από τα άλυτα μυστήρια του κόσμου. Δεν τον είχαμε δει ποτέ. Δεν τον είχε δει κανείς ποτέ. Αλλά είχε στηθεί ένας ολόκληρος μύθος γύρω από αυτόν.

Ρωτούσα τη γιαγιά μου τι ώρα θα περάσει και μου έλεγε σε λίγο. «Σώπασε τώρα. Όλα τα καλά παιδιά κοιμούνται…» Και η παιδική μου φαντασία προσπαθούσε να σχηματίσει τη φιγούρα του. Τη φιγούρα ενός ανθρωπόμορφου τέρατος που παίρνει τα παιδιά σαν εμένα που δεν κοιμούνται τα μεσημέρια…

Και αναρωτιόμουνα τι θα συνέβαινε αν απλά είχα τα μάτια μου κλειστά. Αν θα έπιανε την απάτη, αλλά δεν ρωτούσα τίποτα. Ήξερα από τότε πως οι Μεγάλοι στις δύσκολες ερωτήσεις, απαντάνε με άλλες ερωτήσεις… 

Και έτσι εγώ διάβαζα βιβλία, άπειρα βιβλία που μου έφερνε τα Σαββατοκύριακα η μαμά, μαζί φυσικά με τις «Καλοκαιρινές Διακοπές», (κάτω από το σεντόνι ήσυχα, και όταν έμπαινε κάποιος μεγάλος έκανα πως κοιμάμαι…)

Μόλις τελείωνε το ένα, τα δανείζαμε σε κάποιον άλλο της παρέας, εγώ ρούφαγα την κάθε λέξη, σαν υπνωτισμένη. Τα μέτραγα όπως μετράγαμε τα παγωτά ΕΒΓΑ.

Τηλέφωνα δεν είχαμε. Μόνο ο Μακρογιάννης είχε ένα τηλέφωνο για όλο το χωριό, και όποιος μας ήθελε καλούσε εκεί…

Καλοκαίρια χωρίς ρολόγια, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς τηλεόραση, χωρίς tablets, χωρίς τίποτα.

Ακολουθούσαμε την πορεία του ήλιου…

Πόρτες δεν κλειδώναμε.

Έμπαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου, απλά φωνάζοντας! «Θεία, που είσαι;»

Αν κάτι δεν είχες, το είχε ο γείτονας.

Αν κάτι χρειαζόσουνα έβαζες απλά μια φωνή. Πόρτες, αυλές, καρδιές όλα ανοιχτά.

 

Θυμάμαι τα φαγητά στη φωτιά. Τα γεμιστά, τις μελιτζάνες και τις πίτες με φύλλο ανοιγμένο από τη θεία και τη γιαγιά…

Ο υπέροχος παππούς Μήτσος κερνούσε τα απόγευμα ΕΨΑ και παγωτό ΕΒΓΑ από τον Μπόμπολα και η γιαγιά Άρτεμις μας τράταρε γλυκό υποβρύχιο και γλυκό βύσσινο…

Θυμάμαι το μπαχτσέ του παππού, τα καρπούζια μας που το καθένα είχε το δικό του όνομα, τα λουλούδια μας, τα μανάρια μας, τις κότες μας, τα μυρμήγκια που κυνηγούσαμε.

Θυμάμαι την πιο ωραία γεύση, ντομάτα με τυρί φέτα και ζυμωτό ψωμί της γιαγιάς…Το γάλα που έπιανε πέτσα… Το καρπούζι που τρώγαμε όλα τα παιδιά μαζί. Έπαιρνε ο καθένας από μία φέτα και μετά κρεμόμασταν στα κάγκελα. Κάναμε αγώνα ταχύτητας για το ποιος θα τελειώσει τη φέτα πρώτος…

Με σέρνει ακόμα από τη μύτη η μυρωδιά από πράσινο σαπούνι και από απορρυπαντικό ROL.

Η καθαριότητα που μοσχομύριζαν όλα τα σπίτια.

petrino-mani

Πέτρινο στη Μάνη

Θυμάμαι τα παιχνίδια. Παίζαμε στην «πέρα κει» πλατεία (έτσι τη λέγαμε), αγαλματάκια ακούνητα αγέλαστα, κρυφτό, αμπάριζα αλλά το πιο αγαπημένο ήταν το εφτάπετρο.

Επίσης σε ένα μεγάλο πεζούλι στον Μπόμπολα παίρναμε τα καπάκια από την ΕΨΑ και διαγωνιζόμασταν ποιος θα τα έστελνε πιο μακριά…

Δεν φοβόταν κανένας. Δεν φοβόμασταν κανέναν. Η γιαγιά μόνο ερχόταν όταν είχε νυχτώσει και έλεγε: «Αύριο τώρα, «πατσί» μούσκεμα έχετε γίνει πάλι». Θυμάμαι τα χτυπημένα γόνατα, τις γρατζουνιές, τους ματωμένους αγκώνες. Κανείς δεν πάθαινε πανικό. Μόνο έλεγαν «Μέχρι να παντρευτείς θα γιάνει».

Ήμασταν παιδιά. Δεν ήμασταν μικρομέγαλα… Αληθινά, αυθεντικά, ελεύθερα, ανεξάρτητα, παιδιά.

Από το πουθενά θα ξέσπαγε μια ένταση. Κάποιος κάτι θα έλεγε και έτσι ξαφνικά θα άρχιζε η μπόρα… Και έτσι απλά, άλλο τόσο ξαφνικά θα σταμάταγε..

Οι μεγάλοι ΠΟΤΕ δεν ανακατεύονταν στις παιδικές υποθέσεις. Αν μάλωνες με ένα άλλο παιδί και έκανες το λάθος να πας στους δικούς σου, εκείνοι σου έλεγαν (αφού θα είχαν πάρει το μέρος του άλλου παιδιού): «Πρέπει να το λύσεις μόνος σου. Μόνο αν ξεφύγει η κατάσταση θα έρθεις ξανά».

Και τα λύναμε μόνοι μας.

Χωρίς πολλά λόγια. Με την ατάκα μόνο «Παίζουμε πάλι»;

Το βράδυ ανάβαμε το καντήλι με τη γιαγιά, και λέγαμε πάντα την ίδια προσευχή.

«Θεέ μου να προσέχεις όλο τον κόσμο, το μπαμπά μου, τη μαμά μου, τον αδελφό μου και εμένα το καλό το κορίτσι.»

Εγώ το τέλος της πρότασης, το έλεγα πάντα μπουρδουκλωτά, στα γρήγορα, γιατί νύσταζα. Και έλεγα: «Θεέ μου σχώρα με»… Είχα πάντα δύο αγωνίες, αν θα έρθει ο Μεσημεράς, και αν θα με συγχωρέσει ο Θεός που έλεγα τόσο γρήγορα την προσευχή.

amigdali

Στην Άνω Αμυγδαλή/ Άνω Κουκουράβα στο ξωκλήσι του Αϊ-Γιώργη

Η μνήμη μου γυρνάει πάντα στις βόλτες στο πάνω χωριό, στο Ύψωμα που κάθε χρόνο κάνουμε, στην ίδια συγκίνηση που με πλημμυρίζει όταν βλέπω την ταμπέλα «Αμυγδαλή» και στα χειροκροτήματα στα οποία ξεσπάγαμε με τον αδελφό μου…

Τόσα χρόνια. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα.

Και συνειδητοποιώ πόσο σημαντικό είναι να έχουν οι άνθρωποι μια βάση.

Να έχει ο καθένας τη δική του «Αμυγδαλή…»

Έναν τόπο. Αναμνήσεις. Οικογένειες αληθινές.

Να έχουν αλήθεια οι αγκαλιές.

Αλήθεια τα βλέμματα.

 

ΥΓ. Τώρα που θωρακιστήκαμε με πόρτες ασφαλείας, που βάλαμε συναγερμούς και κάγκελα σε σπίτια και καρδιές, που έχουμε τόνους κλειδιά, κωδικούς, pins και τα τοιαύτα, τα καταφέραμε; Νιώθουμε ασφαλείς;

 

Καλό μας καλοκαίρι…

Ε

thumb_IMG_1038_1024

 

 

 

Related Posts